ΠΑΙΔΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ

ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

ΓΥΜΝΑΣΙΟ

ΛΥΚΕΙΟ

Mailing list
Αφήστε το e-mail σας και μείνετε ενήμεροι
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ "Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ"

16ος Πανελλήνιος Μαθητικός Διαγωνισμός Ποίησης


Ο Σύνδεσμος Εκδοτών Βορείου Ελλάδας και το κέντρο Πολιτισμού και Βιβλίου Νοτιοανατολικής Ευρώπης στην απονομή βραβείων του 16ου Πανελλήνιου Μαθητικού Διαγωνισμού Ποίησης απένειμε τον 2ο μεγάλο έπαινο στη μαθήτρια Τσαβδαρίδου Αναστασία και έδωσε αναμνηστικά συμμετοχής στους μαθητές: Θεοδωρίδης Κωνσταντίνος Γ’ τάξη, Μπεχλιβάνη Ευαγγελία Α’ τάξη και Χατζούδη Κατερίνα Α’ τάξη.


ΑΔΑΜΑΣΤΗ ΨΥΧΗ

Μοιάζει η ψυχή τ’ ανθρώπου
μ’ ορμή πυρός αδάμαστου?
μέσα στα εμπόδια, μέσα στα σκότη,
στην τρικυμία της ζωής,
πάντα μια ανεξερεύνητη άβυσσος….
Πάντα μια αγαλήνευτη θάλασσα….
Σαν κύματα έρθουνε πικρά
ετούτη σα να σφίγγεται?
κι όσο στενεύει ο κλοιός
αυτή να δυναμώνει
και να σκληραίνει κι άλλο.
Ν’ αλλάζει όψη ξαφνικά,
να θέλει, τ’ ακατόρθωτο γι’ άλλους,
αυτή να φτάσει.
Τ’ άστρα να φέρει στα βουνά,
τον ήλιο στου γιαλού το κρυστάλλινο βάμμα,
τη μνήμη άνοιξης ξανθής,
ξημέρωμα καθάριο,
όνειρα που δε χάθηκαν
-που κάποτε θα έρθουν-,
φωνές παιδιών αγνότητας
στο πορφυρό τους σούρουπο,
τράνταγμα γης που θα φανεί
σα να την αναπλάθει
κι ομορφότερη από πριν ν’ αναγεννάται πάλι,
θαλασσαετό που πέταξε
για μακρινά ταξίδια,
και μια χούφτα μ’ οράματα
-να τα ‘χει όλα κοντά της.
…Να φέρει την Ε Λ Π Ι Δ Α…
Θα σηκωθεί έτσι όρθια,
γερά στα βήματά της,
για ν’ αγναντέψει από ψηλά
το κάστρο της ζωής της,
έργο πια μόχθου κι αντοχής,
βουλήσεως και σθένους.


ΡΙΖΕΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

Ιστορία, το άσμα ποιας αθάνατης μούσας
σ΄έχει φέρει κοντά μας;
Πολλά για ‘σένα έχουν πει,
μα εσύ υπομονετικά
έλεγες μόνο αλήθειες….
Μα μόνο αλήθειες ξέρεις…!
Άσβεστες ρίζες δείχνεις
που ως φως λύχνου τρεμάμενο καίνε,
και σιγοκαίνε,
και συνεχίζουνε να ζουν.
Όχι, τούτες για πάντα μένουν…
Δε φεύγουνε κι αν στρέψουμε
σ’ άλλους το βλέμμα μας,
σ’ ανθρώπους πιο…“μεγάλους”,
στους πλέον “ιδανικούς”,
-«μα πόσο ωραίοι φαίνονται, γιατί να μην τους μοιάξω!».
Έτσι, και πάλι, σάλπιγγες συνειδήσεως
τους δίνουνε ξανά πνοή.
Κι η καύση συνεχίζεται….
Το νήμα δεν τελειώνει…


ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΑΘΑΝΑΤΟ

Ω απαύγασμα τιμής και ανδρειοσύνης!
Ω των αρχαίων επιστέγασμα αξιών!
Όχι, δεν εξαπλώθηκες ποτέ στα πέρατα του κόσμου,
μονάχα έτρεμες εσύ –σεμνή Αυτοκρατορία- να μείνεις σταθερή
το στοχευμένο θύραμα θηρίων και τεράτων.
Κι όμως, πώς άφησες ετούτο να συμβεί;

Μήπως να φταιν’ οι ‘αγαπημένοι’ Λατινόφωνες αδελφοί;
Έστρεψες πολλές εκεί φορές το βλέμμα
και μια μετέωρη ηχώ ήταν τ’ απάντημά τους.
Τους έλεγες τον πόνο σου κι αυτοί τα όνειρά τους•
ήσουνα πρόθυμη τα πάντα ν’ αρνηθείς…
Κι όμως πώς άφησες ετούτο να συμβεί;

Μα…λες να ’τανε δικό σου χέρι
αυτό που σ’ ώθησε με βία στη σκλαβιά;
Πες το διχόνοια ή προδοσία,
πες το έκλυση αξιών:
το συμφέρον ταλανίζει την ανθρώπινη ψυχή
και να! – δες τηνα!- λυγίζει…
πια ρομφέας έχει δολερής μορφή.

Κι ενώ ακουγόταν «τι ντροπή!», «τι αναισχυντία!», «τι κακό!»
εσύ την ώρα του θανάτου,
πάλι ορθό είχες το βλέμμα
και πατρίδα δεν αντάλλαζες
για καμιά αμοιβή.

Έτσι έγινες ο κρίκος της ελληνικής ψυχής•
έμοιαξες με το Λεωνίδα
κι αναμάσησες τα λόγια
που περίτρανα είχε πει.
Και τον ευγενή θυμίζεις
του Ιλίου μαχητή.
Έκτορα σαν να ήρθες και ξανάπες
πως ο αγώνας στην πατρίδα
είν’ ο άριστος οιωνός.

Θνήσκουσα όταν ήσουνα, κυρτή,
σα να κοίταξες εις άνω
η φωνή σου ν’ ακουστεί:
«Φύλαγε τη Ρωμιοσύνη γενναιόφρονα Ρωμιέ!
Όσα ο χρόνος και να φέρει
κράταγέ τηνα σφικτά.
Μη φοβάσαι τη δουλεία,
μη φοβάσαι τη σκλαβιά,
μονάχ’ ατένιζε με θάρρος
τη νηφάλια ‘λευτεριά.»

Καιρός τότ’ ήρθε αβάστακτος-
Η αποφράδα Τρίτη
π’ άφησε τον Τούρκο να μισέψει-
λεν: «ήταν θέλημα Θεού
η Πόλη να τουρκέψει…»

Κι έψαχνε τα μάτι σου, έψαχνε για βοήθεια…
Και να! Βροντή και αστραπή και μουγκρητά θαλάσσης…
Παύσαν τα νέφια το χορό
κι εσύρανε στο μέγα, το φωτοδότη ήλιο:
«Ήρθαμε όπως μας ζήτησες, στις προσταγές σου πάντα.
Μα μη κοιτάξεις –πρόσεξε!- τη δίνη των ανθρώπων,
στρέψε το βλέμμα σου αλλού
τη Γη… να μην τη βλέπεις…»
Τότε κι αυτός σαν γύρισε,
τη χρυσοκέντητή του κόμη επήρε,
κρύφτηκε πίσω απ’ τα βουνά,
τη Γη…να μην τη βλέπει…
Τη βία, την απανθρωπιά,
τον πόνο των χαμένων
μην αντικρίσει•
αίμα π’ αν ράγιζε καρδιές, έτερπε λυσσασμένους.

Κι έσβησες…και χάθηκες…και πια δε σε ξανάδαν…
Μα έσβησες; Και χάθηκες; Τι κι αν δε σε ξανάδαν!
Εσύ ‘σουν που στεφάνωσες τη δόξα των ανθρώπων
με στέφανο σοφών, τετιμημένων,
π’ ωσάν μελίσσι έρεε
το μέλι των προγόνων.
Τότε κι εσύ ευλαβικά έσκυψες και το πήρες,
το κράτησες στα χέρια σου, γερά να μην σου πέσει.
Κατά καιρούς το έβλεπες, μάλιστα το γευόσουν,
σαν είδες πως σου άρεσε, έκανες και δικό σου,
με μια τέρψη μετάρσια:
το θείο τ’ όραμά σου, η τέχνη, η μιλιά σου.

-Χέρι πανανθρώπινο του Ευρυπίδη, έλα
πνεύμα του Πλάτωνος, αθάνατης σοφίας στέμμα,
του Χρυσοστόμου λόγε αλάθευτε,
και του Καβάφη ισκιοφώτιστη δύναμη,
ελάτε στην Ελλάδα μας
και πάρτε της τη λύπη.
Πείτε της πως αρχοντιά
είν’ η ψυχή του ανθρώπου.
Δείξτε τα όσα πέρασε σε χρόνια περασμένα
κι ιδανικά π’ επέδειξε στις δύσκολες τις ώρες.
Και πείτε: «Η Βασιλεύουσα ζει μέσα στις ψυχές σας,
Σαν ολοζώντανη ιαχή διακρίνεται η χροιά της:
Αυτά που εγώ σας έδωσα,
με σεβασμό φυλάξτε
και προχωρήστε στη ζωή•
το μέλλον είν’ δικό σας…»

Τσαβδαρίδου Αναστασία,
μαθήτρια Γ’ γυμνασίου


Ο ΦΡΑΧΤΗΣ

Πίσω από τα σύρματα σταματούν τα όνειρα μας
Και αυτά τα κάγκελα που έχουν κλείσει την καρδιά μας
Εκεί ένα παιδί που είχα γνωρίσει
Μου είπε ιστορίες και όσα θα ήθελε να ζήσει
Μα αυτά τα σύρματα τον έχουν εγκλωβίσει
Κανένας δεν υπάρχει για να το ψάξει
Αύριο όλοι θα τον έχουνε ξεγράψει
Τώρα ίσως κλαίει πίσω από τον φράχτη
Άραγε που πήγε του κόσμου η αγάπη;

Τα βλέμματα σωπαίνουν καθώς χαράζει
Μια νύχρα την καρδία μου αγκαλιάζει
Τα λόγια κρυβονται και δειλά μεε σταματούνε
Ότι και αν έχουν σίγουρα δεν θα το πούνε
Όταν δακρύζεις είναι αυτό που δεν αντέχω
Μέσα σε απέραντους δρόμους θέλω να τρέχω
Σίγουρα αύριο θα το έχω ξεχάσει
Το παιδί που εγώ ο ίδιος έχω φράξει


ΑΘΩΟΙ

Πόσο εύκολο να ξεχνούν τις μαχαιριές
Που μοιάζουν όπως τρέχουν στα σώματα,
Σαν να έχουν πέσει από άλλο πλανήτη
Που γυρίζει γύρω από το συμφέρον
Γιατί έτσι έχουμε συνηθίσει
Να θησαυρίζει καίγοντας, το νερό τους
Κάθε γωνιά από τα χωράφια της ευτυχίας
Αλλά ποτέ δεν μας πείραξε
Παρά μόνο όταν μάθουμε να κλαίμε σαν παιδία
Μα τότε θά’ μαστε πιο αθώοι από ποτέ
Και ίσως μαζί και όχι διαιρεμένοι
Σαν έναν πληρωμένο με αγάπη κομήτη
Που θα γεμίσει με την σκόνη του την μέρα μας


ΥΠΑΡΧΩ

Ακούω την αγάπη σου
Μετράω τις μέρες σου
Ζητάω το χάδι σου

Υπάρχω για σένα
Ζω για να με αγαπάς
Με μάτια θλιμμένα

Περπατάω στον δρόμο σου
Και όμως μένω στην σκιά σου
Το μόνο που θέλω μια θέση στην καρδιά σου

Βρίσκομαι στον κόσμο σου
Και ας μην με βλέπεις
Εσύ στην εδεμ και εγώ στο χώμα
Σπάσε την σιγή της τηλεόρασης
Και δώσε στην ζωή μου λίγο χρώμα
Δεν υπάρχει η ενοχή της απόγνωσης
Όλα είναι μια υπέροχη ευκαιρία
Να με νιώσεις υπαρχω

Θεοδωρίδης Κων/νος,
μαθητής Γ΄ Γυμνασίου


ΝΥΧΤΩΝΕΙ

Νυχτώνει, δεν γύρισες
βγήκα να σε ψάξω…
Ήσουν ακόμη εκεί -
στην ακροθαλασσιά,
να βρέχονται τα πόδια σου
στο ελαφρό κύμα που είχε σηκώσει ο άνεμος.
Ίσα -ίσα σε ξεχώρισα
μέσα στην ομίχλη.
Ήρθα πιο κοντά.
Κοιτούσες με ένα παράξενο άδειο βλέμμα
το απέραντο γαλάζιο «κάτι».
Το πρόσωπό σου είχε μια παράξενη χλωμάδα
που δεν περίμενα να δω σ’ εσένα.
Ένιωσα ότι πνίγεσαι, ότι έπρεπε να σου μιλήσω,
αλλά όχι …
Άφησα τη σκέψη μου να σβήσει.
Γιατί ήσουν έτσι;
Γιατί δεν μου μιλούσες;
Τα ερωτήματα βασάνιζαν το μυαλό μου.
Φαινόσουν σαν ένα άψυχο, νεκρό όνειρο στη ζωή μου.
Τρεις φορές, χίλιες φορές εσύ.

Ξαφνικά φύσηξε ένας δυνατός άνεμος
ήρθε ομίχλη και σ’ έχασα από τα μάτια μου..
Όταν αραίωσε η ομίχλη δεν ήσουν εκεί,
είχες εξαφανιστεί..
Κοίταξα γύρω μου λαχταρώντας να σε δω…
Αλλά τίποτα.
Ίσως αυτό που έβλεπα ήταν άλλη μια φαντασίωση μου
αφού είχες πεθάνει πριν από χρόνια.
Ήμουν αποφασισμένη να έρθω να σε βρω.
Έπεσα στην αμμουδιά και δεν ξαναξύπνησα ποτέ.
Τώρα που είμαι μαζί σου
είμαι πια …χαρούμενη!!


ΤΟ ΦΩΣ

Ξημερώνει.
Βγήκα να περπατήσω στο απόμερο δρομάκι
με τα χαλίκια.
Άκουγα το θρόισμα των φύλλων και
είχα βυθιστεί στα σκοτεινά πελάγη των σκέψεών μου.
Ο ήλιος άρχισε να ανατέλλει…
Ξαφνικά είδα ένα φως.
Άνοιξε μια πόρτα.
Με τύφλωσε η δύναμη της λάμψης του.
Δεν έβλεπα τι υπήρχε πίσω απ’ αυτό
το πύρινο τείχος του φωτός.
Τρόμαξα αλλά ταυτόχρονα μου τράβηξε την περιέργεια.
Πήγα πιο κοντά.
Σε κάποια στιγμή ένιωσα κάτι να με τραβάει πιο μέσα.
Μπήκα και έκανα ένα μικρό, δειλό και αργόσυρτο βήμα.
Η πόρτα έκλεισε και όλα σκοτείνιασαν.
Στο επόμενο βήμα άρχισα να πέφτω, να πέφτω, να πέφτω..
Από τότε δεν με ξαναείδε κανείς ούτε και ξαναμίλησαν για μένα.
Ίσως αυτή η πόρτα να ήταν το τέλος, ίσως όμως και να ήταν ένα «καλό» τέλος, για να γλιτώσω από τις ερινύες που με καταδίωκαν.


ΆΝΟΙΞΗ

Στη μοναξιά της ερημιάς
μπήκε η Άνοιξη κρυφά
γεμίζοντας μοσχοβολιά
τον άχαρό μου κόσμο.

Η φύση γέμισε ευωδιά
όνειρα και ελπίδα
γλυκιά δροσοσταλίδα
και κρύβει μυστικά.

Ο ουρανός κοιμήθηκε
μαζί τα περιστέρια
κι έγιναν πεφταστέρια
και πέσανε στη Γη.

Τραγούδι το χαμόγελο
λούζει τα όνειρά μου
ανθίζει η καρδιά μου
στου ήλιου τα φτερά.

Το κύμα σιγοτραγουδά
υψώνεται σ’ ανάστημα
παράθυρο στο διάστημα
φαντάζει μαγικό.

Σαν φλόγα που ποτέ δεν θα σβήσει
σαν τον αέρα που συνέχεια φυσά
σαν μια πληγή που ποτέ δεν θα κλείσει
είν’ η καρδιά μου που για σένα χτυπά.


ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Ησυχία… το ποτάμι κυλάει.
Καθισμένη στις όχθες του
ακούω το θρόισμα των φύλλων
μαγεμένη απ’ τον ήχο του γάργαρου νερού.
Τα μάτια μου ταξιδεύουν σ’ έναν κόσμο φωτεινό, απέραντο χωρίς πόνο και δυστυχία.
Τα κρυσταλλένια νερά του ποταμού με αφήνουν να δω τον εσωτερικό του κόσμο.
3 και χίλιοι ζωντανοί οργανισμοί συνεχίζουν να ζουν μέσα του.
Ας δοθεί δικαίωμα και σ’ αυτούς να ζήσουν παραπάνω.
Γιατί; Γιατί να καταστρέφεται το περιβάλλον;
Γιατί οι άνθρωποι να μην μπορούν να καταλάβουν το λάθος τους; Γιατί μολύνουν το νερό;

Και σαν κυλάει το νερό μ’ ορμή, εγώ καθρεφτίζομαι στα νερά του και σκέφτομαι.
Βλέπω τη ζωή μου να κυλάει ακριβώς όπως τα νερά του ποταμού.
Σαν όνειρο…
Σαν αφουγκράζομαι την μελωδία του ηχούν στα αυτιά μου οι γλυκές νότες.
Η γαλήνια ησυχία του μου προκαλεί ψυχική ηρεμία. Ένα άγριο ζώο ημερεύει ακούγοντας την μουσική που συνθέτει η ροή του.
Κοιτάω παγωμένη στο άπειρο, τα μάτια μου κλείνουν. Τα χαϊδεύει η μαγεία του υγρού αυλού. Τα βλέφαρά μου βαραίνουν, κλείνουν, σκοτεινιάζουν όλα…

Μπεχλιβάνη Ευαγγελία,
μαθήτρια Α' Γυμνασίου

 





Αρχική \ Βαθμίδες \ Γυμνάσιο \ Διαγωνισμοί \ 16ος Πανελλήνιος Μαθητικός Διαγωνισμός Ποίησης

active³ 4.8 · © 2000 - 2015 IPS Ltd · Όροι χρήσης